Ο Λεωνίδας Αντωνόπουλος επισκέπτεται την εξωτική Ζανζιβάρη με την ευκαιρία του Φεστιβάλ Sauti za Busara και μας ταξιδεύει στους πολύπαθους ρυθμούς της.

Το ταξίδι ξεκινάει πάντα από τη δισκοθήκη μου. Αρχές ’80, Billy Joel, το άλμπουμ ήταν το “52nd Street”: “I’ve got a jazz guitar/I’ve got a tab in Zanzibar/Tonight that’s where I’ll be”. “Zanzibar” ήταν ο τίτλος του τραγουδιού, για να μοιάζει εξωτικός. Για την ίδια τη Ζανζιβάρη όμως κανένα ίχνος στο τραγούδι. Εδώ, στον δυτικό μας κόσμο έχουμε ρίξει τη Ζανζιβάρη να κολυμπήσει στον βάλτο του «εξωτισμού», πλάι στα δυσνόητα αυτού του πλανήτη –και τα μακρινά. Πράγματι, ακούγεται εξωτική σαν το Τιμπουκτού, το Κιλιμάντζαρο ή την Τανγκανίκα…

Το ελικοφόρο αεροπλάνο που είχε απογειωθεί από το Ναϊρόμπι για τη Ζανζιβάρη έκανε στάση στο Κιλιμάντζαρο, στους πρόποδες του βουνού, για να παραλάβει τους τουρίστες-ορειβάτες. Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο και έκαιγε, αλλά μετά από 28 ώρες ταξίδι, η κούραση με έκανε να αδιαφορώ για τη ζέστη. Δίπλα μου καθόταν ο Roger Armstrong, ο μίστερ “Ace Records”, της θρυλικής δισκογραφικής εταιρίας του Λονδίνου. Για να σκεπάσω τη φασαρία από τους έλικες φώναζα μέσα στο αυτί του τις ερωτήσεις που του απηύθυνα. Το αναψοκοκκινισμένο ιρλανδέζικο πρόσωπό του, φτυστός ο Van Morrison αλλά σε medium εκδοχή, ίδρωνε και ξεΐδρωνε, εξηγώντας μου ότι μία από τις ετικέτες της εταιρίας του (η “GlobeStyle Records”) ήταν αυτή που ηχογράφησε για πρώτη φορά μουσική από τη Ζανζιβάρη. «Πότε;» του λέω «Το 1988» μου απαντάει θυμίζοντάς μου, άθελά του, από ποια γωνία του ευρωπαϊκού χάρτη προέρχομαι.

Οι Άγγλοι πάντοτε ενδιαφέρονταν για τη Ζανζιβάρη αλλά τον Ιανουάριο του 1964, όταν έγινε η πιο πρόσφατη τοπική επανάσταση με το σοσιαλιστικό εθνικιστικό αφρικανικό όραμα, έφυγαν και αυτοί άρον άρον όπως όλοι οι ξένοι. Ένα μήνα νωρίτερα το νησί είχε γίνει ανεξάρτητο σουλτανάτο υπό το βλέμμα της Αγγλίας, αλλά οι επαναστάτες είχαν άλλα σχέδια και μέσα σε μία νύχτα οι αφρικανοί της Ζανζιβάρης έσφαξαν 17.000 άραβες και ινδούς, επίσης της Ζανζιβάρης. Τέσσερις μήνες αργότερα ο πρόεδρος Καρούμε υπέγραψε την ένωση του νησιού με την πρώην Τανγκανίκα του θρυλικού προέδρου Τζούλιους Νυερέρε φτιάχνοντας έτσι τη σημερινή Ταν-Ζαν-νία. Η πόρτα για τη Δύση έκλεισε και άνοιξε για το ανατολικό μπλοκ. Ύστερα, ο Καρούμε δολοφονήθηκε με την τράπουλα στο χέρι, το 1980 έγιναν οι πρώτες εκλογές και σταδιακά η Ζανζιβάρη άνοιξε και πάλι την πόρτα στην οικονομία της αγοράς, δηλαδή στη Δύση.

«Τι μουσική έπαιζαν το ’88;», φώναξα στον Ρότζερ. «Περίπου την ίδια που παίζουν και σήμερα, εκτός από το σουαχίλι ραπ και το μοντέρνο τάαραμπ με τους προκλητικούς στίχους». Συμπέρανα ότι σε ένα νησί που βρίσκεται σε μία άκρη της Ανατολικής Αφρικής, ανάμεσα στο Κιλιμάντζαρο και τον Ινδικό Ωκεανό, ο χρόνος δεν είναι και πολύ δημοφιλής έννοια. Όπως σε πολλά μέρη της αφρικανικής ηπείρου έτσι και σ’ αυτά τα νησάκια που σε λίγο θα προσγειωνόμουν, ο χρόνος μετριέται με άλλες σταθερές. Οι ιστορίες από το παρελθόν γίνονται, κάποτε, τραγούδια και τότε οι  άνθρωποι ξέρουν πως ο χρόνος πέρασε και πως σύντομα θα παραδώσουν την κληρονομιά τους, τα τραγούδια και τις μελωδίες τους, στην επόμενη γενιά.

Ο παρελθοντικός χρόνος εκφράζεται με το “taarab”. Το τάαραμπ είναι η μουσική της παλιάς εποχής της Ζανζιβάρης, καρπός μιας υποχρεωτικής συνύπαρξης. Ένα ταξιδιάρικο χαρμάνι από ήχους αραβικούς και ινδικούς, χρώματα από την Ινδονησία και ρυθμούς από την Αφρική, όλα τραγουδισμένα στον πιο εκλεπτυσμένο τύπο της γλώσσας σουαχίλι, αυτής της lingua franca της Ανατολικής Αφρικής. Σ’ αυτήν την συνύπαρξη, στην οποία έσταξε πολύ αίμα για να δέσουν καλά οι αρμοί του σημερινού οικοδομήματος, και στάζει ακόμη κάθε φορά που προκηρύσσονται γενικές εκλογές, τα χνάρια του πολιτισμού δεν σβήνουν εύκολα: Η Ζανζιβάρη ήταν τόπος συνάντησης πολιτισμών επειδή ήταν τόπος εμπορικών δοσοληψιών που διήρκεσαν αιώνες. Οι αφρικανοί Μπαντού εγκαταστάθηκαν πρώτοι στο νησί. Ύστερα έγιναν φόρου υποτελείς σε Πορτογάλους, σε Άραβες από το Ομάν, σε Γερμανούς και σε Άγγλους.


Η κύρια αγορά σκλάβων της Ζανζιβάρης έκλεισε το 1873 και σύντομα στη θέση της κτίστηκε ο Καθεδρικός Ναός του Χριστού. Δίπλα, ανοίχτηκε ένας λάκκος, στη μνήμη των εκατομμυρίων σκλάβων που  αγοράστηκαν και πωλήθηκαν στο νησί.

Οι Άραβες έμποροι εκτίμησαν τη γεωγραφική θέση του νησιού –μια πύλη για την Ανατολική Αφρική- και βρέθηκαν κι εκείνοι από νωρίς εκεί πουλώντας και αγοράζοντας προϊόντα και ανθρώπους, στήνοντας μια τεράστια επιχείρηση δουλεμπορίου εξίσου αποτρόπαια με αυτή των Ευρωπαίων συναδέλφων τους στη Δυτική Αφρική. Το σκλαβοπάζαρο της παλιάς πόλης, της Stonetown, ήταν το εμπορικό κέντρο της θηριωδίας. Η μαύρη σάρκα πλούτιζε τη Ζανζιβάρη και τους Σουλτάνους της και το γόνιμο αυτό νησί έγινε τόπος μόνιμης εγκατάστασης κάθε λογής ανθρώπων. Πέρασαν μαχαραγιάδες, έμποροι, τυχοδιώκτες, σκλάβοι που ξέμειναν… Άγγλοι, Πορτογάλοι, Γερμανοί, Άραβες, Ινδοί, Κινέζοι… Ένας πολιτισμός που ενώνει λαούς χτίστηκε με τα «ντόου» τα καΐκια με το μεγάλο τριγωνικό πανί που διαπλέουν τον Ινδικό Ωκεανό ίδια κι απαράλλαχτα σχεδόν, αιώνες τώρα, ακολουθώντας τους μουσώνες. Μέσα τους άνθρωποι που ταξίδευαν, μετανάστευαν και έκαναν εμπόριο. Και έφτιαξαν έναν πολιτισμό που η μουσική του έκφραση ήταν το «τάαραμπ». Μια μουσική-σταυροδρόμι.

Οι Culture Musical Club που ιδρύθηκαν το 1956 και είναι το πιο γνωστό συγκρότημα τάαραμπ της Ζανζιβάρης. Ιδρύθηκε ταυτόχρονα με τον αγώνα για την ανεξαρτησία, ως τμήμα της νεολαίας του κόμματος Afro Shirazi Party. Σήμερα είναι όχι μόνο η μεγαλύτερη αλλά και η σημαντικότερη ορχήστρα τάαραμπ του νησιού, με γερμανό παραγωγό και με ιδιόκτητο χώρο, στη γειτονιά Vuga της Stonetown, στον οποίο είδα να μετατρέπεται μια καθωσπρέπει συναυλία για όλη την οικογένεια σε τρελό πάρτι. Η πιο παλιά ορχήστρα όμως είναι η Ikhwani Safaa που φέτος έκλεισε 112 χρόνια ζωής! Από το 1905 έως σήμερα όλοι οι σημαντικοί μουσικοί της Ζανζιβάρης, και πέραν αυτής, κάποια στιγμή στη ζωή τους έπαιξαν με τη “Malindi”, όπως ονομάστηκε η ορχήστρα μετά την επανάσταση του 1964, χάρη του ομώνυμου κόμματος που πήρε την εξουσία, για να επιστρέψει αρκετά χρονια αργότερα στην αρχική της ονομασία, που θα πει «Τα Αδέλφια Που Αγαπιούνται»… Όπως μαθαίνει κανείς χαζεύοντας τις φωτογραφίες που κοσμούν τους τοίχους της λέσχης τους, γυναίκες άρχισαν να γίνονται μέλη της ορχήστρας μετά το 1964, ενώ η διεθνής καριέρα τους, έως πολύ πρόσφατα, περιοριζόταν στις γειτονικές χώρες, την Κένυα, το Μπουρούντι, το Ομάν και το Ντουμπάι.

Οι ορχήστρες αυτές των 30 και 40 ανθρώπων στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν μικρότερες αλλά η επίδραση των αραβικών μιούζικαλ, με τα μεγάλα σύνολα εγχόρδων που ήταν πολύ της μόδας από τα τέλη του ’40, άλλαξε τη μορφή και τον ήχο τους. Στη μελωδία τους επέδρασαν ύστερα και οι ινδικές επιτυχίες, μέσα από τα filmi, τα τραγούδια από τα κινηματογραφικά blockbuster του Bollywood.

Με την θρυλική Bi Kidude

Το πιο γνωστό μουσικό τέκνο της Ζανζιβάρης, χωρίς όμως να έχει την παραμικρή σχέση με τη μουσική της αν και γεννήθηκε στο νησί, ήταν ο Freddie Mercury. Αλλά για πολλά χρόνια το κρυμμένο μυστικό της Ζανζιβάρης, ονομαζόταν Bi Kidude. Γεννημένη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, περίπου το 1910, όταν η Ζανζιβάρη ήταν ακόμη Σουλτανάτο, τραγουδούσε και έπαιζε τα τελετουργικά τύμπανα από τη δεκαετία του ’20. Έπαιξε με τη θρυλική Siti bint Saad, τη γυναίκα που έσπασε το ανδρικό κατεστημένο στο τάαραμπ, το οποίο τάαραμπ σύμφωνα με μία αρκετά διαδεδομένη αφήγηση υποτίθεται ότι αρχίζει από αυτήν –σίγουρα πάντως η «αφρικανοποίησή» του. Για την Bi Kidude, που της έκλεβε πότε πότε κανένα τραγούδι, ήταν είδωλο, προτού τελικά συναντηθούν οι δρόμοι τους. Αυτή η αιωνόβια έφηβη που πέθανε το 2013, ήταν μια πρόκληση απέναντι στον χρόνο αλλά και απέναντι στη θέση της γυναίκας: Δραπέτευσε από δύο γάμους, ταξίδεψε ξυπόλητη στην ενδοχώρα για να τραγουδήσει, έκανε καριέρα στο Κάιρο, έφτασε στην Ινδία μ’ ένα καΐκι, ζωγράφιζε σχέδια με χένα, παρασκεύαζε γιατροσόφια, έπινε, κάπνιζε, φλέρταρε, χόρευε… Στα μισά από αυτά υπήρξα αυτόπτης μάρτυρας το 2005, στο σπίτι της, όπως επίσης και στην ξεχωριστή της παρουσία στη σκηνή: Ανέβηκε πάνω, σήκωσε τη φούστα μέχρι ψηλά στον μηρό, καβάλησε το τύμπανο nsongo, το έδεσε μ’ ένα μακρύ μαντήλι στη μέση της και άρχισε να παίζει με δύναμη τελετουργικά unyago ngoma, δηλαδή τραγούδια που παίζονται και χορεύονται μόνο από γυναίκες και απευθύνονται σε μέλλουσες νύφες. Τις διδάσκουν πώς να ικανοποιούν τους συζύγους και τις νουθετούν για τους κινδύνους της σεξουαλικής κακοποίησης και της βάναυσης συμπεριφοράς των ανδρών.

Εκείνη τη χρονιά, η Bi Kidude ήταν το τιμώμενο πρόσωπο του μεγαλύτερου μουσικού φεστιβάλ σουαχίλι, Sauti za Busara («Σοφά Λόγια»), την αφορμή που έφερε τον Ρότζερ και εμένα, εκείνο τον Φεβρουάριο, στη Ζανζιβάρη. Πρόκειται για το μουσικό παρακλάδι που αυτονομήθηκε από την πιο γνωστή πολιτιστική διοργάνωση, το διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ που γίνεται στη Ζανζιβάρη κάθε καλοκαίρι, του ZIFF.

«Μη μου πεις ότι στη Ζανζιβάρη σήμερα ακούνε φανατικά παραδοσιακή μουσική…», είπα κάποια στιγμή στον Ρότζερ. «Όχι, βέβαια. Τις πιο πολλές κασέτες τις πουλάνε η ποπ σταρ Saida Karoli από το Νταρ Ες Σαλάμ, οι Segere που παίζουν μοντέρνο τάαραμπ και διάφοροι σουαχίλι ράπερ όπως ο Juma Nature». Δεν άλλαξαν και πολλά μέχρι σήμερα, μερικά ονόματα μόνο.


Και φυσικά, ακολουθεί το πολύτιμο playlist του Λεωνίδα για τη Ζανζιβάρη!!!

Προηγούμενο άρθροΟι ήπιες και γλυκές μέρες του Φθινόπωρου και οι οικισμοί των αυθαιρέτων στον Λακωνικό Κόλπο
Επόμενο άρθρο«Εσένα σε αναγνωρίζω, μπορείς να περάσεις!» Το «έξυπνο τούνελ» από το μέλλον, σύντομα στην υπηρεσία των επιβατών
Γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Παντείου και έκανε Master στην Πολιτική των Μέσων Επικοινωνίας στο City University of London. Ξεκίνησε ως μουσικός επιμελητής και ραδιοφωνικός παραγωγός στα ραδιόφωνα της ΕΡΤ από το 1983. Ως δημοσιογράφος εργάστηκε τη δεκαετία του '80 και του '90 στο ΒΗΜΑ και ΤΑ ΝΕΑ και αργότερα υπήρξε συνεργάτης αρκετών περιοδικών, ενώ για ένα διάστημα ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού «Δίφωνο». Από το 1997 εργάζεται στην ΕΡΤ όπου έκανε την έρευνα και την παρουσίαση της σειράς μουσικών ντοκιμαντέρ "Οι Μουσικοί του Κόσμου" η οποία ολοκληρώθηκε μετά από 30 ντοκιμαντέρ σε περιοχές από την Ασία ως την Καραϊβική και από την Αφρική ως τον Αρκτικό κύκλο. Συνεργάστηκε και παρουσίασε πολλές εκπομπές μουσικού, κυρίως, περιεχομένου αλλά και ντοκιμαντέρ. Ήταν ιδρυτικό στέλεχος του ραδιοσταθμού Jazz FM καθώς και του Kosmos, ενώ έκανε εκπομπές σε αρκετούς ιδιωτικούς ραδιοσταθμούς (Top FM, 902, City 99,5…). Από το 2011 ως το 2013 ήταν Διευθυντής Προγράμματος στον «Αθήνα 9.84» και σήμερα είναι διευθυντής του Kosmos 93,6 & 107,0 όπου παρουσιάζει δίωρη καθημερινή εκπομπή. Έχει κάνει μεταφράσεις βιβλίων, έχει συνεργαστεί με το Μέγαρο Μουσικής και το Φεστιβάλ Αθηνών, ενώ ήταν σύμβουλος του προέδρου του Φεστιβάλ Αθηνών στον τομέα της μουσικής ως το 2011.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here