Η ψυχοθεραπεύτρια Εύη Κλαδούχου και ο φωτογράφος Γιώργος Αμάραντος έκαναν πράξη ένα όνειρο πολλών εξ ημών. Δημιούργησαν το project “World around the World” και ταξιδεύουν τον κόσμο πάνω στη μηχανή τους, μία BMW GS 800,  σε αναζήτηση προσωπικών ιστοριών. Σε μία σειρά άρθρων, μοιράζονται μαζί μας το πρώτο τους ταξίδι στο Μεξικό: Από τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών και τη Baja California στο Acapulco, από την έρημο του New Mexico στην Καραϊβική, και από την χώρα των Chiapas στα βουνά της Oaxaca. Τέσσερις μήνες στο δρόμο!

Πρώτη Ημέρα, άφιξη στη Πόλη του Μεξικού και μία πρώτη γεύση

Από το παράθυρο του αεροπλάνου μπαίνουν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου και με ξυπνούν. Γύρω μου όλοι κοιμούνται, το ίδιο και η Εύη. Έχει αρχίσει και μυρίζει ο καφές που ετοιμάζουν οι αεροσυνοδοί. Στο βάθος, μετά το μπλε του Ατλαντικού, φαίνεται μια λωρίδα γης να έρχεται προς το μέρος μας. Σιγά-σιγά ανάβουν τα φώτα της καμπίνας, οι επιβάτες ξυπνούν ένας-ένας κι ανοίγουν το παράθυρό τους. Το Μεξικό έρχεται σε μας ή εμείς πηγαίνουμε σ’ αυτό, αναρωτιέμαι. Αρχίζουμε και κατεβαίνουμε βουτώντας μες στα σύννεφα και μπροστά μας αποκαλύπτεται αυτή η θάλασσα από σπίτια που ονομάζεται Μέξικο Σίτυ.

Ο πιλότος ανακοινώνει την προσγείωση στην Πόλη του Μεξικού και μετά περιμένεις και περιμένεις και περιμένεις και συνεχίζεις να πετάς σε χαμηλότερο ύψος αλλά δεν φτάνεις… Αν επιτρεπόταν το κάπνισμα θα άναβες τσιγάρο για να πιεις τις τελευταίες γουλιές καφέ. Η πόλη είναι τεράστια. Κάτω από τα φτερά του αεροπλάνου ζουν πάνω από 20 εκατομμύρια άνθρωποι σε σπίτια που απλώνονται σε οροπέδιο με υψόμετρο 2.250 μέτρα και έκταση όσο περίπου ο νομός Αττικής. Σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή του 2010 αντιστοιχούν 8900 εκ κάτοικοι σε έκταση 1500 τχλμ. Τα υπόλοιπα δέκα εκατομμύρια και βάλε καθώς και 1000 τχλμ που καλύπτουν σπίτια απλά δεν καταγράφονται. Δεν υπάρχουν για το κράτος, δεν υπάρχουν για τον κόσμο. Άνθρωποι φαντάσματα.

Εύη και Γιώργος άμα τη αφίξει στο Mexico City

Άλλο να πηγαίνεις σε ένα απρόσωπο ξενοδοχείο όταν φτάνεις σε ξένο τόπο κι άλλο να σε περιμένει φίλη. Αλλάζει η ποιότητα του ταξιδιού. Νιώθεις ότι κάποιος είναι εκεί για σένα πριν από σένα. Η Ζωή Ματσούκα, επίσημη απεσταλμένη στο Μεξικό του ελληνικού υπουργείου παιδείας για εκπαιδευτικά και πολιτιστικά θέματα, μας περίμενε στο σπίτι της για πολύ πρωινό καφέ. Φίλοι και των δυο μας η Ζωή από τα παιδικά-νεανικά μας χρόνια, είναι κατά μίαν έννοια υπεύθυνη για τη σύλληψη της ιδέας του World around the World μιας και μας γνώρισε μεταξύ μας και γίναμε παρέα. Εξαιρετική γνώστης της ιστορίας και του πολιτισμού του Μεξικού μας πρόσφερε στοιχεία που μόνο κάποιος που ζει εκεί χρόνια μπορεί να γνωρίζει. Με άλλα λόγια μας πήγε στα σωστά μέρη και βοήθησε στην επίλυση προβλημάτων εκεί που τα δικά μας ισπανικά δεν ήταν ικανά να ανοίξουν πόρτες. Gracias amiga!!!

Η Ζωή Ματσούκα

Η BMW δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει το δικό της αεροπορικό ταξίδι. Θα έρθει μόνη της με άλλη πτήση της Qatar Airways την επόμενη της δικής μας άφιξης. Ευκαιρία να πάρουμε μια μικρή γεύση από αυτήν την τεράστια πόλη.

Στην Πλατεία Συντάγματος (Plaza de la Constitución), που οι Μεξικανοί γνωρίζουν ως Σόκαλο, βρίσκεται και ο Καθεδρικός Ναός της Πόλης, αφιερωμένος στην Ανάληψη της Παναγίας.

 

Δεύτερη Ημέρα, το θέατρο του παραλόγου

Οι εικόνες που εκτυλίχθηκαν για την παραλαβή της μηχανής από την Aduana Aeros, το μεξικανικό τελωνείο, θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελούν σκηνές από θέατρο του παραλόγου ή από την αργεντίνικη ταινία «Ιστορίες για Αγρίους», ιδιαίτερα από την ιστορία όπου ο ήρωας τρελαμένος από την γραφειοκρατία της χώρας του τινάζει το αυτοκίνητό του στον αέρα ως ένδειξη αντίδρασης!

Η ιστορία ξεκινά την επόμενη της άφιξής μας στο Μεξικό. Ξύπνημα στις πέντε το πρωί. Λίγο το jetlag, περισσότερο η έννοια για την μηχανή, μας έβγαλαν στον δρόμο στις 6 και κάτι το πρωί χωρίς καφέ. Πήραμε ταξί για το αεροδρόμιο, ο δρόμος είχε ήδη κίνηση. Φτάνουμε στο μοναδικό γκισέ του τελωνείου και δείχνουμε τα χαρτιά της μηχανής. Η υπάλληλος λέει ότι αυτός που γνωρίζει τι χρειάζεται να γίνει, θα έρθει στις 9 και η ώρα είναι μόλις 7.30. Παίρνουμε πάλι ταξί για τα κεντρικά του αεροδρομίου, ευκαιρία για καφέ της προκοπής. Το μοναδικό καφέ του αεροδρομίου στο Τέρμιναλ 1 είναι κυριλέ και χρεώνει 4 ευρώ (80 πέσος) τον εσπρέσο. Πολλά χρήματα για τον μέσο μεξικανό. Παρατηρούμε την μεξικανική κοινωνία και προσπαθούμε να καταλάβουμε την ταξική της διαστρωμάτωση. Άλλωστε όταν έρχεσαι από την Ελλάδα της κρίσης έχεις ήδη οξυμένα εργαλεία κοινωνικής παρατήρησης. Συμφωνούμε να επιτρέψουμε στον εαυτό μας έναν καλό καφέ και να αρχίσουμε σταδιακά να αποδεσμευόμαστε από τη λογική του ευρώ, αν θέλουμε να φτουρήσουν τα χρήματά μας.

Επιστροφή στην Aduana. Αναμονή σε ουρά μπροστά στο γκισέ. Άνθρωποι που φοράνε το ειδικό γιλέκο που δηλώνει ότι είναι εργαζόμενοι ή που έχουν άδεια εισόδου στο εσωτερικό του τελωνείου πάνε και έρχονται, αφού περάσουν κάθε φορά τα πράγματά τους από το μηχάνημα ανίχνευσης. Βλέπω μια γυναίκα με γιλέκο που γράφει στην πλάτη Qatar Airways. «Αυτήν θα ρωτήσουμε» αφού η μηχανή μ’ αυτήν την εταιρεία ταξιδεύει. «Να δεις που θα τελειώσουμε γρήγορα κι εύκολα». Η Gabriella, έτσι την λένε την υπάλληλο, μιλάει αγγλικά και είναι εξυπηρετικότατη. Έτσι τουλάχιστον θέλαμε να πιστεύουμε μιας και ήταν αρχή της ιστορίας και μόλις 9 και κάτι το πρωί. «Αυτό που χρειάζεστε είναι εκτελωνιστής για να παραλάβετε την μηχανή. Βρείτε εκτελωνιστή και μετά καταθέστε τα χαρτιά σας στο γκισέ και θα πάρετε τη μηχανή. Πάρτε και την κάρτα μου μήπως και χρειαστείτε κάτι».

Κάποιος μας λέει ότι αν διανύσουμε εκείνον τον μακρύ διάδρομο θα φτάσουμε στους εκτελωνιστές. Βρίσκουμε σ’ ένα γραφείο δύο υπαλλήλους που αφήνουν το πόστο τους και έρχονται έξω να μιλήσουν μαζί μας. Μιλάμε ισπανικά με τον έναν, αγγλικά με τον άλλον εξηγώντας την κατάστασή μας. Τους μοιάζει περίεργο που περιμένουμε μηχανή κι ακόμη πιο περίεργο που ερχόμαστε με τη μηχανή από την Ελλάδα. Δεν είναι κάτι που συνηθίζεται. Μας εξηγούν ότι οι ίδιοι δεν γνωρίζουν την διαδικασία, εκτελωνίζουν εταιρείες και όχι φυσικά πρόσωπα. Ποιος εκτελωνίζει φυσικά πρόσωπα;

Περπατάμε μαζί τους και φτάνουμε πίσω από μια πόρτα με συρματόπλεγμα, θα μπορούσε να είναι και φυλακής, με έναν άνθρωπο να στέκεται νωχελικά πίσω της. Αυτός λέει στους συνοδούς μας ότι ο εκτελωνιστής φυσικών προσώπων λείπει και οι συνοδοί μας δέχονται να χρησιμοποιήσουν το κινητό τους για να τον ενημερώσουν ότι τον αναζητούμε. «Θα έρθει, είπε, σε 20 λεπτά, να τον περιμένετε». Πόσος χρόνος είναι τα 20 μεξικανικά λεπτά;

Πέρασαν 3 ώρες μέχρι να έρθει ο υπάλληλος, στη διάρκεια των οποίων πήγαμε και ήρθαμε κάμποσες φορές τον μακρύ διάδρομο, φάγαμε πρόχειρα, ήπιαμε νερό κάτω από τον καυτό πια ήλιο, κουραστήκαμε και τέλος αράξαμε δίπλα στον «υπάλληλο» που φύλαγε την πόρτα… Χαμόγελα ανακούφισης. Ήρθε ο άνθρωπός μας. Διασχίζουμε για άλλη μια φορά μαζί του τον διάδρομο. Μέχρι τώρα κανείς δεν μας έχει πει πού είναι η μηχανή. Ο εκτελωνιστής αφού κοιτάζει τα χαρτιά της μηχανής, κάνει κάποια τηλεφωνήματα και μας λέει να περιμένουμε. Ποιον ή τι; Μας βγάζει εκτός τελωνείου και μας λέει στα ισπανικά ότι πρέπει να επιβιβαστούμε στο κόκκινο αυτοκίνητο που περιμένει. Λέει ότι το αυτοκίνητο είναι απολύτως ασφαλές. Κοιταζόμαστε μεταξύ μας με ανησυχία. Το αυτοκίνητο μας πηγαίνει σ’ ένα γραφείο εκτός αεροδρομίου, όπου με τα πολλά μαθαίνουμε ότι μας λείπει το έγγραφο που νομιμοποιεί την είσοδο της μηχανής στην χώρα. Θα το πάρουμε από το παράρτημα της τράπεζας που βρίσκεται στο αεροδρόμιο. Γυρίζουμε με το αυτοκίνητο στο Τέρμιναλ 1 όπου μας ενημερώνουν ότι δεν εκδίδουν πια αυτό το έγγραφο. Μας γυρίζουν πίσω στο προηγούμενο γραφείο και μας λένε μετά από τηλεφώνημα ότι το συγκεκριμένο «παράβολο» θα το πάρουμε από μια και μόνο τράπεζα, που βρίσκεται στην άλλη μεριά αυτής της τεράστιας πόλης και κλείνει στις 4! Και η ώρα είναι ήδη 3 το μεσημέρι. Παίρνουμε απόφαση ότι δεν προλαβαίνουμε και ζητάμε να μας γυρίσουν πίσω στο τελωνείο μήπως και μάθουμε πού βρίσκεται η μηχανή.

Πάλι μπροστά στο γκισέ πληροφοριών. Η βάρδια έχει αλλάξει, μας εξυπηρετούν νέοι υπάλληλοι. Δείχνουμε πάλι τα χαρτιά της μηχανής. «Μπορείτε να μας πείτε αν αυτή η μηχανή έχει φτάσει;» Μετά από διάφορα τηλεφωνήματα της υπαλλήλου, ακούγεται κάτι για το cargo της Lufthansa. Φωνάζουν κάποιον από την Lufthansa αλλά λέει ότι δεν παρέλαβαν καμία μηχανή σήμερα. Μήπως στην KLM-Air France ρωτάμε; Κάποιος υπάλληλος λέει ότι σήμερα το πρωί έφυγε μια BMW από το αεροδρόμιο. Μεγάλη αγωνία. Λες να έγινε κάτι και να έφυγε κατά λάθος η δική μας; Όχι δεν μπορεί… Περνάει αρκετή ώρα μέχρι να μάθουμε ότι η μηχανή βρίσκεται πράγματι στο cargo της Lufthansa. Και αναμένουμε νεότερα…

Η Μόνικα με την Εύη εντοπίζουν τη μηχανή!

Εμφανίζονται δύο άντρες με στολή τελωνείου. Αργότερα μάθαμε ότι ο ένας ήταν ο διευθυντής. «Εσείς περιμένετε μια μηχανή; Θα έρθει σε λίγο κάποιος να σας βάλει μέσα». Ποιον περιμένουμε; «Την Μόνικα…». Πέρασε πάλι αρκετή ώρα αναμονής και από την κούραση και την απελπισία ότι όλο κάπου φτάνουμε και πάλι από την αρχή, συμφωνήσαμε ότι όταν θα έρθει η Μόνικα, δεν θα την αφήσουμε να φύγει αν δεν βγάλουμε άκρη. Μέχρι και όμηρο θα την κρατούσαμε… Έρχεται η Μόνικα και αφού πήραμε ειδικό γιλέκο που μας επέτρεπε την είσοδο και περάσαμε τα πράγματά μας από την ανίχνευση μπήκαμε επιτέλους στον εσωτερικό χώρο του cargo. Η Μόνικα ευγενής με τα λίγα αγγλικά της απορεί για την ταλαιπωρία που έχουμε ως τώρα περάσει. Της φαίνεται αδιανόητο που κανείς δεν ήξερε να μας ενημερώσει για το πού είναι η μηχανή και δείχνει ακόμη πιο έκπληκτη όταν μαθαίνει ότι ψάχναμε εκτελωνιστή. Δεν χρειάζεται, λέει, εκτελωνιστής για την δική σας περίπτωση!!!

Επιτέλους είδαμε την μηχανή  μέσα στο κουτί της να περιμένει υπομονετικά. Ο Γιώργος δεν κρατιέται να σπάσει το κουτί για να την ελευθερώσει, ενώ η Μόνικα ελέγχει τα χαρτιά της και φωτογραφίζει την μηχανή και τον αριθμό πλαισίου της. Η μηχανή είναι επιτέλους ελεύθερη, μένει να μπουν στη θέση τους το τιμόνι και η μπροστινή ρόδα.

Η Μόνικα μας οδηγεί στα κεντρικά γραφεία της Aduana για τις τελικές διατυπώσεις. Ο διευθυντής τσεκάρει τα χαρτιά. Φυσικά μας λείπει ένα, αυτό της τράπεζας. Κοιτάζει την Μόνικα με ύφος, «πώς δεν πήρε είδηση ότι λείπει το έγγραφο»; Δεν μας επιτρέπουν να πάρουμε την μηχανή. Και υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα. Το κουτί έχει σπάσει και η μηχανή δεν μπορεί να παραμείνει το βράδυ στο cargo της Lufthansa ανοιχτή. Η μηχανή κλείνεται με ειδικό σελοφάν και με ό,τι έχει απομείνει από το κουτί της, την σηκώνει κλαρκ και ξαναμπαίνει στο βάθος της αποθήκης.

Τρίτη Ημέρα

Σήμερα πάση θυσία πρέπει να βγει η μηχανή από την Aduana. Είναι Παρασκευή και μάθαμε ότι λόγω της εθνικής επετείου ανεξαρτησίας των Μεξικανών, Δευτέρα και Τρίτη θα είναι όλα κλειστά.

Ξεκινάμε πρωί-πρωί στην τράπεζα για την πληρωμή του «παράβολου». Επρόκειτο για τράπεζα του στρατού που ελέγχει τα σύνορα. Όλα εκεί κύλησαν με ταχύτητα, ευτυχώς. Παίρνουμε ταξί να διασχίσουμε την πόλη και να φτάσουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην Aduana. Τώρα ξέραμε ότι στο γκισέ έπρεπε να ζητήσουμε να καλέσουν την Μόνικα. Όταν ήρθε μας φάνηκε λίγο διαφορετική από την προηγούμενη μέρα, σαν να ήταν πιο τυπική, πιο σφιχτή. Ζητούσε τώρα ένα άλλο έγγραφο, αυτό που αποδείκνυε την κυριότητα της μηχανής. Της δίνουμε την άδεια κυκλοφορίας στα ελληνικά μαζί με την επίσημη μετάφρασή της στα ισπανικά. Μας λέει ότι δεν της κάνει. Μας ζητάει το χαρτί αγοράς της μηχανής και μας εξηγεί ότι αυτό αποδεικνύει στο Μεξικό την κυριότητα της μηχανής. Μετά από ώρα καταλαβαίνει ότι για την Ελλάδα και την Ευρώπη η άδεια κυκλοφορίας της μηχανής αποτελεί το αντίστοιχο έγγραφο. Μας οδηγεί πάλι στα κεντρικά γραφεία αφού περνάμε για άλλη μια φορά τον έλεγχο στην είσοδο. Συγκεντρώνει ο διευθυντής όλα τα χαρτιά και μας ανακοινώνει ότι θα χρειαστούν κάπου δύο ώρες μέχρι το τελικό ok. Επίσης μας εξηγεί ότι η μηχανή θα πρέπει να περάσει τους τρεις ελέγχους της Aduana τσουλώντας την σβηστή (απόσταση περίπου ένα χιλιόμετρο…) και μας αποκλείει την δυνατότητα να φύγει με φορτηγό από την Aduana ώστε να την μοντάρουμε στο γκαράζ της Ζωής με την ησυχία μας. Άρα το μόνο που μας μένει είναι να μονταριστεί επί τόπου. Αλλά ούτε αυτό κατ’αρχάς δέχεται! Με τα πολλά μας το επιτρέπει με τη συνοδεία εργατών της Aduana τους οποίους πρέπει να πληρώσουμε επιπλέον με ωριαία χρέωση.

Μπαίνουμε και αρχίζουμε να βάζουμε στη θέση τους καθρέφτες, τιμόνι, ζελατίνες. Ενώνουμε την μπαταρία και βρίσκουμε τρόπο να ανυψωθεί η μηχανή ώστε να μπει η μπροστινή ρόδα. Την ώρα εκείνη έρχεται ένας υπεύθυνος και μας λέει ότι πρέπει να φύγουμε από την αποθήκη και ότι τη συναρμολόγηση της μηχανής θα την ολοκληρώσει ένας δικός του υπάλληλος που ξέρει από μηχανές. Δημιουργείται ένταση, αρνούμαι να φύγω αλλά στο τέλος, καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, δίνω οδηγίες στον Jesus, τον εργάτη που υποτίθεται ότι ξέρει από μοτοσυκλέτες, πως να συνεχίσει με τη ρόδα. Βγαίνουμε έξω και περιμένουμε.

Η μηχανή με ανάποδα τοποθετημένο τον μπροστινό τροχό.

Κατά τις πέντε το απόγευμα έρχονται τα χαρτιά της μηχανής έτοιμα. Πηγαίνουμε με την Μόνικα στο ταμείο, πληρώνουμε και γυρνάμε στην αποθήκη για να βγει η μηχανή έξω, επιτέλους. Στις έξι κλείνει η Aduana και έχουμε μπροστά μας ένα χιλιόμετρο «σπρωξίματος» και τρεις ελέγχους. Ξαφνικά, προς μεγάλη μου έκπληξη, η μηχανή βγαίνει σηκωτή με κλαρκ από την αποθήκη και όχι τσουλώντας. Ο Jesus μου εξηγεί ότι για κάποιον λόγο φρενάρει και γι’ αυτό δεν μπορούσε να την σπρώξει και να την βγάλει από την αποθήκη. Σκέφτομαι ότι έχει μέσα ταχύτητα και ότι δεν σκέφτηκαν να με φωνάξουν. Δεν είναι όμως αυτό το πρόβλημα. Σηκώνω την μηχανή στο διπλό stand και βλέπω ότι ο μπροστινός τροχός γυρίζει πάρα πολύ σφιχτά. Στην αρχή σκέφτομαι ότι έχουν σφίξει οι δαγκάνες από την πτήση αλλά τελικά ούτε αυτό είναι το πρόβλημα. Ο Jesus, ή όποιος άλλος, τοποθέτησε τον μπροστινό τροχό ανάποδα και η δαγκάνα βρίσκει πάνω στον δίσκο!Εξηγώ στο «αφεντικό του μαγαζιού» ότι έτσι είναι αδύνατον να τσουλήσει η μηχανή ένα χιλιόμετρο μέχρι την έξοδο και ότι πρέπει να ξαναμπεί στην αποθήκη ώστε να «τουμπάρουμε» τη ρόδα. Μου απαντά ότι η ώρα είναι έξι παρά τέταρτο και ότι, αν κάνουμε κάτι τέτοιο, οι πύλες της Aduana θα κλείσουν και η μηχανή θα μείνει μέσα για τέσσερις μέρες. Εδώ όπως καταλαβαίνετε άρχισα τα «γαλλικά». Ευτυχώς που δεν με καταλάβαιναν όσο τους έβριζα. Η μόνη λύση που υπάρχει είναι να πάρουμε ειδική άδεια για να βάλω μπρος την μηχανή και να την πάω φρενάροντας για ένα χιλιόμετρο, ενώ η δαγκάνα θα τρώει τον δίσκο και τούμπαλιν. Αυτό και γίνεται.

Αλλά η μαλακία δεν έχει όρια. Στον πρώτο έλεγχο, φτάνοντας μετά από πεντακόσια μέτρα όπου το μοτέρ προσπαθεί να σπρώξει τον φρεναρισμένο μπροστινό τροχό και τα ρινίσματα έχουν γεμίσει την ζάντα, μαθαίνουμε ότι μεταφέρθηκε λάθος ο αριθμός πλαισίου στα χαρτιά εξόδου της μηχανής. Ναι μεν πρόκειται για BMW και για GS800 αλλά όχι της δικής μας. Είναι ενός Ισπανού που είχε περάσει πριν δύο μήνες και οι υπάλληλοι της Aduana για δική τους ευκολία κόπιαραν το δικό του έγγραφο χωρίς να αλλάξουν τον αριθμό πλαισίου… Η ώρα είναι έξι παρά πέντε. Γυρίζω και κοιτάζω τον υπάλληλο της εταιρείας με βλέμμα μάλλον δολοφονικό γιατί σε χρόνο dt επιστρέφει με διορθωμένα τα χαρτιά. Εν τω μεταξύ λάσκαρα τη ρόδα όσο έπαιρνε ώστε να μειώσω την τριβή δίσκου-δαγκάνας. Με πολλή κούραση και πολλά ρινίσματα βγήκαμε έξω από το τελωνείο, έχοντας περάσει και τους άλλους δύο ελέγχους με σωστά πια χαρτιά. Είχε βραδιάσει. Έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος-τόπος να μπει η ρόδα σωστά. Ήταν αδύνατον να πάει η μηχανή έτσι για είκοσι χιλιόμετρα δικάβαλο μέχρι το κέντρο της πόλης. Ούτε, όμως, μπορούσαμε να μείνουμε και εδώ. Μας λένε για ένα βενζινάδικο στα τρία χιλιόμετρα και ξεκινάμε για εκεί. Ο θόρυβος που έκανε η μηχανή, η επαφή της δαγκάνας με τον δίσκο, με τρυπούσε στην καρδιά. Ξαφνικά, βλέπω κάτι που μοιάζει με συνεργείο μοτοσυκλετών. Ήταν πράγματι ένα υποτυπώδες οικογενειακό συνεργείο ποδηλάτων-μοτοσυκλετών.

Ο «μηχανικός» παρατάει το μοτοποδήλατο πάνω στο οποίο δούλευε, και έρχεται προς το μέρος μας. «Senior tengo problem», του λέω. Μας κοιτάζει με έκπληξη και μου απαντάει «Que passa con la gorda?» (gorda σημαίνει «χοντρή»). Το GS με τα κουτιά και τα πράγματα έχει όντως τεράστιο όγκο και ο κύριος άθελά γίνεται ο νονός της Gorda. Του εξηγώ τι θέλω να κάνω αλλά μου λέει ότι γρύλος δεν υπάρχει, αλλά «amigo espera» (φίλε, περίμενε). Φεύγει η μάνα με την κόρη με ένα παπί για να φέρουν γρύλο.

Δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο στο μεταξύ από το να παρατηρώ ανθρώπους και περιοχή. Το συνεργείο είναι φτωχικό και βρίσκεται έξω από την πόλη.

Γρήγορα καταλαβαίνω ότι η διπλανή πόρτα του συνεργείου είναι κατοικίες, άνθρωποι μπαινοβγαίνουν χαιρετώντας τον «μηχανικό» και παρατηρώντας ως αξιοθέατο τη μηχανή. Ρωτάω αν υπάρχει τουαλέτα που μπορώ να χρησιμοποιήσω. Με οδηγεί στη διπλανή πόρτα σ’ ένα στενό διάδρομο που μόλις χωρούσε το ταξί που πριν λίγο είχε μπει μέσα με επιδέξιες μανούβρες. Μονόχωρα δωμάτια στο στενό διάδρομο που από την πόρτα ή το παράθυρο βλέπω ότι είναι τα σπιτικά τους. Ένα μικρό ψυγείο, δίπλα το κρεβάτι, ένα τραπέζι… Μια γυναίκα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά στην μία πόρτα, ένα πιτσιρίκι στην άλλη, όλοι χαμογελαστοί. Το μπάνιο είναι τόσο στενό που μετά βίας μπορώ να στρίψω, πόσο μάλλον να κατεβάσω με άνεση την στολή της μηχανής. Δεν βρίσκω καζανάκι, νιώθω αμηχανία. Βγαίνω και ρωτάω. Ένα μεγάλο μπιτόνι και μια μικρή λεκάνη μου δίνουν τη λύση. Σκέφτομαι πόσο φτωχική είναι η ζωή τους και ότι μάλλον αυτοί οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτόν τον τύπο φαβέλας θα είναι από εκείνους που δεν καταγράφουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία καταμέτρησης κατοίκων.

Μάνα και κόρη επιστρέφουν με τον γρύλο. Η ρόδα μπαίνει στη θέση της, τους ευχαριστούμε και βουτάμε στην απέραντη πόλη για να βρούμε το σπίτι της Ζωής και επιτέλους να ξεκουραστούμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here