Η εικαστικός και δημιουργός της τηλεοπτικής εκπομπής «Η εποχή των Εικόνων» Κατερίνα Ζαχαροπούλου, μας ταξιδεύει στην δική της Κέρκυρα, την Κέρκυρα των αναμνήσεων αλλά και του σήμερα, που εξακολουθεί να μιλά στη ψυχή της…

Η Κέρκυρα όπως την είδα για πρώτη φορά σε ηλικία 10 χρονών το 1968, συνδυάστηκε με την άφιξη του 25άχρονου Κερκυραίου αστυνόμου Πέτρου Κλουδά  στο νησί  αφού είχε πραγματοποιήσει με ένα υποτυπώδες πλοιάριο,  το «Κορφού ΙΙ» το δρομολόγιο του Οδυσσέα. Με το καρυδότσουφλό του χωρίς καμία συνοδεία και με κουπιά, έκανε τη διαδρομή Τροία-Σικελία- Σαρδηνία-Στενά Σκύλλας και Χάρυβδης, Οθωνοί-Κέρκυρα-Ιθάκη κερδίζοντας  την εποχή εκείνη μεγάλο θαυμασμό και μια σχετική δημοσιότητα για τον άθλο του. Ήρθαμε στην Κέρκυρα με το ΚΤΕΛ, ώστε ο πατέρας μου Ανδρέας Ζαχαρόπουλος, δημοσιογράφος- αθλητικογράφος τότε στην εφημερίδα «ΟΜΑΔΑ» να πάρει συνέντευξη από το φαινόμενο «Κλουδάς ο Θαλασσοπόρος!». Πρώτη μεγάλη έκπληξή μου ήταν ήδη αυτή η συνάντηση για την οποία είχαμε έρθει οικογενειακώς στην Κέρκυρα.

Το Παλαιό Φρούριο της Κέρκυρας (Fortezza Vecchia) στο ανατολικό άκρο της Πόλης

Η διαδρομή του λεωφορείου ήταν και η πρώτη μου επαφή με το τοπίο της Ελλάδας εκτός Αττικής. Πρώτο μάθημα ζώσας γεωγραφίας της Δυτικής Ελλάδας, περιγραφή εκ μέρους του πατέρα μου για κάθε ποταμό, χωριό και θάλασσα που περάσαμε και τέλος η άφιξη στο νησί με το φέρυ μπόουτ «Αγ. Σπυρίδων». Μου κόπηκε η ανάσα από την ομορφιά και την έκπληξη. Φρούρια, στέγες στολίδια σε σπίτια και μέγαρα, καμπαναριά κόκκινα και κομψά, παλάτια και πλοία, ένας κόσμος παραμυθένιος. Η Κέρκυρα, τόπος  καταγωγής της μητέρας μου Γεωργίας Κοντοστάνου άρχισε να ξεδιπλώνεται στα παιδικά μου μάτια σαν κόσμος μυθικός,  αλλόκοτος και παράξενος σε σχέση με την Αθήνα. Από τις γειτονιές της βρέθηκα σε μια πόλη αδιανόητη για τα παιδικά μου μάτια. Κοσμοπολίτικη, έλεγε ο πατέρας μου, Κωνσταντινοπολίτης εκείνος. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω την Ανατολή και τη Δύση, σαν πολιτισμικά αντίθετα που συναντιούνται από αγάπες που σμίγουν.

Άρχισαν  εκδρομές  και επισκέψεις στο νησί, σε συγγενείς στο χωριό Κάτω Κορακιάνα, στο Αχίλλειο, στην Παλιά Πόλη, στο Club Méditerranée που τότε βρισκόταν σε μεγάλες δόξες, καθώς και το ξενοδοχείο-Πύργος Castello στη Δασιά, στην Παλιοκαστρίτσα για να δούμε τον σκελετό της φάλαινας, προσκύνημα στον Άγιο (Σπυρίδωνα), τσιτσιμπύρες  στο Λιστόν, τραπεζώματα από θείες  Κερκυραίες με την άσπρη μαντήλα σε στυλ τραπέζιο στηριγμένη στις κοτσίδες τους, χάζι στη θαλαμηγό ΧΡΙΣΤΙΝΑ του Ωνάση, συχνά αγκυροβολημένη στα καταγάλανα νερά της Δασιάς  όπου κολυμπούσαμε. Η εικόνα  ήταν μεγαλύτερη από όσα μπορούσαν να χωρέσουν τα μάτια μου. Έτσι ξεκίνησε η σχέση μου με το βίωμα στην Κέρκυρα παρά με τα αξιοθέατά της. Η Κέρκυρα απέκτησε διαστάσεις άλλης χώρας-χώρου  στο μυαλό μου, ήταν ένα είδος εγκαινίων της εισόδου μου στον πολιτισμό, στην αρχιτεκτονική, στην ιστορία, στη μουσική, στη ζωγραφική, στη γλυπτική, στην τέχνη που γεννιέται από διασταυρώσεις και μίξεις.

Απίθανο βίντεο της British Pathe για το Club Med της Κέρκυρας τη δεκαετία του 60.

Και ήταν η δεκαετία στην  οποία σήμερα αναφερόμαστε, άλλοτε με υπερτιμημένο δέος για τα μεγαλεία της, άλλοτε με καθαρή απέχθεια για τη χούντα, συχνά με νοσταλγία για τα τραγούδια και τις μουσικές της εποχής. Επί πλέον βλέπαμε πολύ ελληνικό κινηματογράφο μέσω του οποίου αποκτήσαμε μια λίγο έως πολύ διαμεσολαβημένη εικόνα του ελληνικού καλοκαιριού και όχι μόνο! Η Ρένα Βλαχοπούλου διατηρούσε εξοχικό κοντά στην παραλία που κολυμπούσαμε, μεγάλο προνόμιο για την περιέργειά μου να τη δω από κοντά, τα Club Méditerranée έφερναν τον κοσμοπολιτισμό στα μέρη μας, και όλα τα κλισέ του ελληνικού τρόπου διασκέδασης  βρίσκονταν στο φόρτε τους. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ταβέρνες, χωριά, ηλιοβασιλέμματα, ηθοποιοί, ξενοδοχεία, παραλίες, μπουζούκια και λαϊκοί χοροί γέμιζαν τη μέρα των καλοκαιρινών διακοπών με ποικιλία μοναδική αν κρίνουμε από την σημερινή ομοιομορφία στα πράγματα. Στην Κέρκυρα η ταβέρνα του Τρύπα, το Καζίνο, η Γλυφάδα, το ηλιοβασίλεμα στον Πέλεκα, οι φωτογραφίες στο Ποντικονήσι, η νυχτερινή ζωή στο Bora Bora στο λιμάνι, καθώς και οι ντόπιοι τραγουδιστές σε διάφορα προγράμματα τύπου Corfu By Night, συμπλήρωναν τις παροχές ονείρου για διακοπές αξέχαστες…

Πάλι από την πολύτιμη συλλογή της British Pathe, η Κέρκυρα της δεκαετίας του 60.

Πέρασαν πολλά χρόνια, η Ελλάδα  άλλαξε, καθώς  μοιραία και ο τρόπος μας  να ζούμε το ελληνικό καλοκαίρι.

Έτυχε  ωστόσο  η Κέρκυρα  για μένα  να παραμείνει σταθερός τόπος και φόντο για τη ζωή μου. Ένα μικρό σπίτι φτιάχτηκε στα κτήματα του παππού, το πήγαινε έλα συνεχίστηκε ακολουθώντας όλες τις αλλαγές του βίου.

Η Κατερίνα Ζαχαροπούλου σε εμφανώς καλοκαιρινή διάθεση!

Η  Κέρκυρα -όπως και όλη η Ελλάδα- δεν έχει σχέση με το νησί που με τάραξε τόσο βαθιά στα 10 μου χρόνια, όμως και παρ’όλα αυτά έχω διαλέξει να πηγαίνω στα ίδια πάντα μέρη προσθέτοντας την εμπειρία πολλών πραγμάτων που μεσολάβησαν, διαβασμάτων και ιστοριών που προστέθηκαν, ανθρώπων που αγάπησα και που ακόμη συναντώ μέσα από απογόνους, στέκια ή σπίτια, γεύσεις, μυρωδιές έθιμα και μουσικές. Κυρίως αυτές που κάθε φορά με κάνουν να θυμάμαι τον ξανθό γαλανομάτη  Κερκυραίο παππού που δάκρυζε ακούγοντας τις μπάντες, τα μπελκάντο,  τα κερκυραίικα στιχάκια με τις ρούγες και τα τοπωνύμια. Μέσα στα πιο γλυκά ακούσματά μου και  η προφορά των Κερκυραίων, με τα «τσι» και τα «ψυχή μου» και τις λέξεις μείγμα πολύχρονων  συγκατοικήσεων ανθρώπων και γλωσσών. Είναι τύχη να έχω ακόμη συγγενείς εδώ που μιλούν ατόφια την Κερκυραϊκή λαλιά και που κάθε μας συνάντηση φρεσκάρει με ευθυμία και λεπτή φίνα ειρωνεία τα της ζωής…

Τα δικά μου στέκια

Να σας πάρω έναν περίπατο μαζί μου θέλω τώρα. Σε όσα περιέγραψα βρίσκονται στιγμές και εικόνες, ακόμη σήμερα στην Κέρκυρα, που διατηρούν με χίλια ζόρια είναι η αλήθεια, την ομορφιά και το απερίγραπτο Κερκυραϊκό βίωμα να ζεις ανάμεσα σε τέτοια ποικιλία και πολυμορφία ιστορική, φυσική, ανθρώπινη.

Μια  βόλτα στην Παλιά πόλη περιλαμβάνει το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης στα Ανάκτορα Αρχαγγέλου Μιχαήλ και Αγ. Γεωργίου. Εδώ στεγάζεται μια από τις ομορφότερες και σημαντικότερες συλλογές Ασιατικής τέχνης, δωρεά Γρηγορίου Μάνου. Χαρακτικά και πορσελάνες, υφάσματα και μικροαντικείμενα κομψοτεχνήματα μέσα στο ιστορικό παλάτι  συνδυάζονται συχνά με ωραίες εκθέσεις περιηγητών ζωγράφων ή φωτογράφων που ανανεώνουν το ενδιαφέρον για επισκέψεις στο μουσείο. Απέναντι στο Λιστόν με τους μύθους και τις καμάρες του σταματώ για καφέ στον Σπαθή, ανακαινισμένο καφέ του παλιού «Ολύμπια» που για 85 χρόνια ήταν το στέκι διανοουμένων και εξεχόντων Κερκυραίων. Παραλίγο να κλείσει το ιστορικό αυτό μαγαζί, ευτυχώς τη γλύτωσε και ευτυχώς ακόμη μπορεί να συναντήσεις εκεί κάποιους παλιούς στιλάτους Κερκυραίους.

Βραδάκι για ποτό ή ήσυχο πρωινό καφέ στο Puppet με τα λίγα καλόγουστα και φιλόξενα τραπέζια του, Ευαγγελιστρίας  και Δ. Κόλλα 1, δίπλα στην πλατεία Δημαρχείου. Εκεί ο Γιώργος έφτιαξε ένα ησυχαστήριο για διάβασμα, μουσική και ηρεμία αν και το Πάσχα δεν περνάς ούτε απ’έξω από τον κόσμο που στέκει  για να περάσει ο Επιτάφιος της Καθολικής Duomo.

Θέα από το roof top του ξενοδοχείου Cavalieri

Ένα σημείο της πόλης που λατρεύω για πολλούς λόγους είναι  εκεί  όπου βρίσκεται το παλιό  ξενοδοχείο Cavalieri δίπλα στην Ιόνιο Ακαδημία. Το ξενοδοχείο προσφέρει φαντασμαγορική θέα της πόλης, μια ιστοριογραφία της αρχιτεκτονικής της, ένα θαλασσοπόρο βλέμμα γύρω και μια ταράτσα εστιατόριο που όμοιά της δεν θα βρούμε στην Ελλάδα. Το έχω σαν χρέος  στην αισθητική και την ιστορία του νησιού να απολαμβάνω κάποιες βραδιές  εδώ αιωρούμενη ανάμεσα σε στέγες, θάλασσες και φεγγαρόφωτο.

Το ταβερνάκι της Μαρίνας

Για πιο απλά πράγματα αλλά υπέροχες γεύσεις που δείχνουν φροντίδα και προσωπικό μεράκι, παστιτσάδες, σοφρίτα, κριθαρότα, πίτες, και ότι καλύτερο σε σαλατικά προτιμώ το ταβερνάκι της Μαρίνας στη συνοικία Σπηλιά ή στην Οβριακή συνοικία όπως λέγεται. Αν πάλι θελήσω κάτι πιο κοντά στα βενετσιάνικα  ταβερνάκια  στρίβω στην πλατεία Λεμονιά και βρίσκομαι στρογγυλοκαθισμένη στο χαριτωμένο Belissimo, ζητώ μπουρδέτο και μου έρχεται η κατακόκκινη μυρωδάτη σάλτσα με τη σκορπίνα να μοσχοβολάει μπαχάρια.

Λίγο πιο κάτω τις εντυπώσεις κλέβει απολύτως το Βενετσιάνικο πηγάδι ή Πηγάδι Κρεμαστής του 1699. Γύρω του απλώνεται το ομώνυμο εστιατόριο που είναι ακριβό πολύ, γκουρμέ πολύ, ρομαντικό πολύ, διάσημο πολύ. Κάθε φορά που περνώ από εκεί ανακαλώ την μικρή πλατεία  περισσότερο  μέσα από  την ταινία «Η Τιμή της Αγάπης» της Τώνιας Μαρκετάκη, και  τις βόλτες μου εκεί τα πρωινά των παιδικών μου χρόνων. Λιγότερο με συγκινεί η γκουρμέ της διασημότητα των τελευταίων χρόνων.

Πολύ αργά  μένει ανοιχτός για βιβλιοπωλείο, ο «Πλους», στη Ν.Θεοτόκη 91, του φίλου μου Δήμου Καλλάκου, γιού της Ουρανίας Μεταλληνού που το πρωτοάνοιξε πριν πολλά χρόνια ξαφνιάζοντας ακόμη και την Αθήνα με το γούστο, τις επιλογές, τις εμμονές της στη λογοτεχνία και τα Γράμματα, την προσπάθειά της να φέρνει και να παρουσιάζει  συγγραφείς στην Κέρκυρα, να προτείνει βιβλία και να παραγγέλνει το πιο απίθανο που θα της ζητούσες. Η Ουρανία έφυγε απρόοπτα από τη ζωή, ο Δήμος όμως είχε μπολιαστεί για τα καλά  μέσα στο βιβλιοπωλείο  όπου από πιτσιρίκος είχε πάρε δώσε με διάφορους τρόπους. Συνεχίζει το έργο της μάνας του αν και οι καιροί  άλλαξαν. Εκείνο που δεν άλλαξε  είναι η μυρωδιά του βιβλίου ανάμεικτη με τα παλιά έπιπλα της Ουρανίας  και τον καφέ που ετοιμάζει ο Δήμος για τους πελάτες του, νάναι καλά.

Και αν η πόλη της Κέρκυρας σε αποζημιώνει για τις απώλειες των καιρών με στέκια όπως η οδός Γκίλφορντ με τα ωραία εστιατόρια , τα αντικάδικα, τον φούρνο με τις πιο παράξενες πίτες, τις βουκαμβίλιες και το δροσερό αεράκι που  συνήθως φυσά, έρχεται η ώρα που η φύση της Κέρκυρας θα σε τραβήξει μακριά της. Το σπίτι μου είναι περίπου 13 χλμ. έξω από την πόλη προς τα βόρια. Κοντινή παραλία ήταν και είναι η Δασιά, χαρακτηρισμένη από το Club Méditerranée τα χρόνια της άλλης Κέρκυρας. Σήμερα το Club δεν υπάρχει, έμεινε η παραλία του για τους…ελεύθερους λουόμενους, εκτός club και πάσης φύσεως ανέσεων. Είναι ακόμη πολύ ωραία αν και ζεστά τα νερά εκεί, επί πλέον έχει κάτι συγκινητικά παρακμιακό η περιοχή που μου αρέσει. Ακόμη νομίζω ότι ακούω μουσικές να καλωσορίζουν τα καΐκια με τους Γάλλους τουρίστες που κατέφθαναν, ή ακόμη πιο ρετρό, ακούω τον Τόνυ Πινέλλι από τα Δίχτυα, να τραγουδά  Quando arrivera ή την Ανάμνηση…

Η Κέρκυρα ήταν το νησί που έζησαν και δημιούργησαν σπουδαίοι άνθρωποι. Σολωμός, Μάντζαρος. Προσαλέντης, Γιαλλινάς, Ζαβιτσιάνος, Θεοτόκης Μαρκοράς, αλλά και Λώρενς Ντάρελ.

Τα σπίτια του είναι από τις μεγάλες μου αγάπες στην Κέρκυρα, κυρίως γιατί διάβασα πώς έζησε σε αυτά, την καθημερινότητά του, την αγάπη του για τη φύση της Κέρκυρας, τα σημεία που διάλεξε για να βλέπει τη θάλασσα και τη Μουργκάνα απέναντι, αυτός ο Εγγλέζος του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου, και  της Σπηλιάς του Πρόσπερου.
1935: Κοντόκαλι, η βίλα όπου σήμερα γυρίζεται η εγγλέζικη σειρά για την οικογένεια Ντάρελ, είναι τόσο όμορφη που σού ρχεται να βάλεις τα κλάματα γιατί δεν ήσουν τότε εκεί μαζί τους, να κυνηγάς πουλιά με τον Γκέραρντ και να πίνεις τσάι με την κυρία Ντάρελ, να βλέπεις τον Λώρενς να δακτυλογραφεί παθιασμένα τα πρώτα του έργα και να κολυμπάς στα πεντακάθαρα νερά του μικρού κόλπου. Είχα τη μεγάλη τύχη να μπω σε αυτό το σπίτι πολύ πρόσφατα, αφού το επέτρεψε ο φύλακας της βίλας. Τα γυρίσματα δεν επιτρέπουν την είσοδο σε κανέναν…

Σε αντίθεση, το σπίτι του Λ.Ντάρελ στο Καλάμι, Β.Α της Κέρκυρας, είναι σήμερα εστιατόριο,το περίφημο Λευκό Σπίτι. Η θάλασσα γύρω είναι έξοχη και τα βραχάκια κάτω από το σπίτι μικρές φυσικές ξαπλώστρες. Δεν παραλείπω μια βουτιά κατά κει, έτσι για να χαιρετήσω τον Λώρενς που ξεκινούσε με καΐκι για την πόλη, να συναντήσει φίλους, να βρεθεί σε γιορτές, να γυρίσει βράδυ στη γαλήνη του Λευκού Σπιτιού.

Οι θάλασσες της Κέρκυρας είναι ξακουστές για την χρυσή άμμο, το πράσινο χρώμα τους, τις διαδρομές που σε φέρνουν κοντά τους, ένα φυσικό τοπίο που σε κάνει να μην αποζητάς παρά μόνο χρόνο για να το νοιώσεις. Δεν αγαπώ τόσο τις διάσημες θάλασσές της, εξ’άλλου δεν μπορείς να  τις χαρείς πια από τον κόσμο και τα αξεσουάρ του μαζικού τουρισμού. Αγαπώ  την μικρή παραλία στο Μπούκαρι, Νότια της Κέρκυρας καθώς και την  χρυσή αμμουδιά του Αρίλλα στα βόρεια, γιατί διατηρούν την απλότητα και την αύρα μιας παλιάς, πολύτιμης  ησυχίας. Στον Αρίλλα φτάνεις μέσα από μια διαδρομή με ελαιώνες, μα τέτοιους θα δεις, και δεν θα  πιστεύεις στα μάτια σου, πηγαίνοντας προς τις Νύμφες, το Νεραϊδοχώρι Βόρεια στην ενδοχώρα όπου αν η τύχη το φέρει και δεν έχουν στερέψει καλοκαιριάτικα,  θα δεις καταρράκτες και ρυάκια αφού πρώτα έχεις διασχίσει τα ωραιότερα δάση ελιάς που μπορείς να φανταστείς. Μα και στον Χαλικούνα νότια θα βρούμε τον πιο παλιό ελαιώνα φτιαγμένο το 1630.

Θέλω να τελειώσω τον περίπατό μου με μια επίσκεψη στο Αχίλλειο. Η ιστορία γνωστή, εξοχική κατοικία της αυτοκράτειρας Σίσυ,  πολύ αργότερα τα χρόνια της τουριστικής Ελλάδας του 60-70 έγινε καζίνο και σήμερα είναι μουσείο. Υπάρχει μια ιστορία που όταν την άκουσα, στην πρώτη μου επίσκεψη στο νησί, τότε στα 10 μου χρόνια είχα βαθιά ταραχτεί. Ίσως σήμερα και έχοντας ζήσει τη ζωή μου μέσα στην τέχνη να μου φαίνεται ακόμη πιο παράδοξη, όμως το δέος που ένοιωσα τότε δεν το ξεχνώ. Υπάρχει μέσα στο παλάτι μια τεράστια τοιχογραφία, είναι  Ο Αχιλλέας  που σέρνει το πτώμα του Έκτορα,  του Φραντς φον Ματς.

Αυτό που κεντρίζει το βλέμμα στον  πίνακα είναι ο τροχός του άρματος. Ο τροχός παριστάνεται ακίνητος και λέγεται πως ο καλλιτέχνης όταν αντίκρισε το σφάλμα του αυτοκτόνησε, μη μπορώντας να το βλέπει. Έτσι μου είπε η μητέρα μου και έτσι πέρασε στην ιστορία το λάθος του τροχού. Η επίδραση αυτού του γεγονότος σε συνδυασμό με την δολοφονία της Σίσυ, το τεράστιο  άγαλμα του θνήσκοντος Αχιλλέα στον κήπο του παλατιού και η αυτοκτονία αργότερα ενός παίκτη στο Καζίνο Αχίλλειον λόγω χρεοκοπίας,  έγιναν στο κεφάλι μου ένας κόμπος που με εμπόδιζε για χρόνια να χαρώ την ομορφιά του μνημείου. Μεγαλώνοντας όλα αυτά μου φάνηκαν εξαιρετικά αστεία και σήμερα γελώ με την καρδιά μου όταν φτάνω στο Αχίλλειο αφού συγχώρεσα τον ζωγράφο Φραντς Φον Ματς για την τρομάρα που μου έδωσε με τον ακίνητο τροχό και το θλιβερό του τέλος…

Όλα καλά…

Loading
Center map
Traffic
Bicycling
Transit

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here